MEXPI πότε, Kύριε, θα με λησμονείς για πάντα;
Mέχρι πότε θα κρύβεις από μένα το πρόσωπό σου;
Mέχρι πότε θα έχω βουλές μέσα στην ψυχή μου,
οδύνες καθημερινά μέσα στην καρδιά μου;
Mέχρι πότε θα υψώνεται επάνω μου ο εχθρός μου;
Eπίβλεψε· εισάκουσέ με, Kύριε, Θεέ μου·
φώτισε τα μάτια μου, μήπως κοιμηθώ τον ύπνο τού θανάτου·
μήπως και ο εχθρός μου πει: Yπερίσχυσα εναντίον του,
και αυτοί που με θλίβουν υπερχαρούν, αν σαλευτώ.
Eγώ, όμως, έλπισα στο έλεός σου·
η καρδιά μου θα αγάλλεται στη σωτηρία σου.
Θα ψάλλω στον Kύριο, επειδή με αντάμειψε.

ΨαλμΟς 13

Ο μικρός αυτός Ψαλμός – προσευχή είναι παρηγορία σε μας, ιδιαίτερα για όσους αντιμετωπίζουν δύσκολες συνθήκες στη ζωή τους μέσα σε πειρασμούς, απογοητεύσεις και στενοχωρίες.

Οι Ψαλμοί όπως και άλλοι πνευματικοί ύμνοι γράφτηκαν από ανθρώπους που πέρασαν ή περνούσαν κάποιες στιγμές δοκιμασίας και στενοχώριας και εξέφρασαν γραπτά τον ψυχικό τους πόνο και ταραχή. Αυτοί οι Ψαλμοί συμπεριλήφθηκαν μέσα στις Ιερές Γραφές του Θεού και προσφέρονται σε μας σαν πνευματική ανακούφιση σε ώρες ανάγκης όταν αναζητούμε απαντήσεις και λύσεις καθώς περνούμε από ιδιαίτερες στιγμές θλίψης και αγωνίας παράλληλες και όμοιες με τις δύσκολες συνθήκες της ζωής που πέρασαν κι εκείνοι οι άνθρωποι του Θεού και έγιναν όπως μας λέει ο απόστολος Παύλος ‘παρηγορία των Γραφών’.

Ιδιαίτερα ο Δαβίδ ο οποίος μέσα στις πολλές ταλαιπωρίες και θλίψεις που συνάντησε, τις αδιάκοπες εναντιώσεις και την καταδίωξη που υπέφερε από τον Σαούλ, τον πρώτο βασιλιά του Ισραήλ, όσο και από πολλούς άλλους, ακόμη και από την δική του οικογένεια, άφησε θησαυρό παρηγορίας και ενθάρρυνσης για όλους που ακολούθησαν μετέπειτα. Το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου των Ψαλμών αποδίδεται σ’ αυτόν που μαζί με τουλάχιστον άλλους 4 ψαλμωδούς οι οποίοι αναφέρονται ονομαστικά άφησαν την βαθιά αυτή παρακαταθήκη για όλο τον λαό του Θεού διαμέσου των αιώνων.

Σε ποια περίοδο ή περιστατικό της ζωής του Δαβίδ αναφέρεται αυτός ο Ψαλμός παραμένει αδιευκρίνιστο. Αλλά μέσα σ’ αυτόν βρίσκουμε βαθιές αλήθειες και μπορούμε να αντλήσουμε βοήθεια σε ώρα ανάγκης.

Ο Δαβίδ αναρωτιέται με ερωτήματα προς τρεις κατευθύνσεις αναζητώντας απαντήσεις καθώς περιγράφει την εσωτερική του ταραχή και θλίψη: Τον Κύριο, τη ψυχή του και τον εχθρό.

Πρωτίστως απευθύνεται στον Κύριο από τον Οποίο ζητά να πάρει κάποια απάντηση, κάποιο είδος αντίληψης για τη δοκιμασία που περνά. Βάζοντας το πολύ κοινό ερώτημα Μέχρι πότε..; περιγράφει την δοκιμασία του μέσα από την οποία διέρχεται. 

Μέχρι πότε Κύριε θα με λησμονείς, μέχρι πότε θα κρύβεις από μένα το Πρόσωπό Σου; Αυτή είναι μια απορία που όλοι έχουμε όταν περνούμε από κάποιο είδος δοκιμασίας. Μέχρι πότε, πόσο καιρό θα διαρκέσει αυτό το πράγμα, αυτή η δοκιμασία. Και σαν μια πιθανή απάντηση που δίνει ο ίδιος, μια σκέψη που μας πανικοβάλλει όλους και κατ’ ακρίβεια δεν θέλουμε να την κάνουμε είναι: Για πάντα..;

Πόσο καιρό (όπως φαίνεται τώρα σε μένα) θα με ξεχνάς, για πάντα; θα κρύβεις το Πρόσωπό Σου από μένα; Για πάντα..; Πόσο βασανιστική είναι αυτή η σκέψη! Μέχρι πότε; Στο μέσο της ταλαιπωρίας και της δοκιμασίας δεν βλέπω το τέλος, δεν βλέπω την απάντηση, δεν βλέπω το αποτέλεσμα. Μέχρι πότε; Για πάντα..;

Μήπως φεύγει αυτή η απορία από την καρδιά μας ενόσω βρισκόμαστε στο μέσο μιας δοκιμασίας; Ή μάλλον συνοδεύει την ταλαιπωρία μας μέχρι το τέλος; Μέχρι πότε θα διαρκέσουν αυτά..; Γνωρίζω τον τέλειο Θεό, Αυτόν που γνωρίζει το τέλος από την αρχή, αλλά δεν μου αποκρίνεται, δεν με κατατοπίζει που βρίσκομαι, πόσο θα διαρκέσει, πότε θα λήξει αυτή η παρούσα μου δοκιμασία.

Αλλά, ο Δαβίδ, μήπως δεν ήξερε σε Ποιον πίστεψε, δεν γνώριζε Αυτόν που τόσες φορές τον έσωσε, τον παρηγόρησε, τον βοήθησε, τον απάλλαξε; Γιατί όμως τώρα γι’ αυτόν φαινόταν ότι τον ξέχασε και έκρυβε το πρόσωπό Του ως να μην ήταν η παρουσία Του μαζί του, σ’ αυτή τη θλίψη που περνούσε..;

Σε τέτοιους καιρούς δοκιμασίας, σύντομες ή μακροχρόνιες περίοδοι που χαρακτηρίζονται ιδιαίτερα με σιγή από μέρους του Κυρίου, ο Κύριος φαίνεται ως να μας λησμόνησε κι αναρωτιόμαστε: Πού είναι ο Κύριός μου; Αυτές είναι πολύτιμες στιγμές που κατ’ ακρίβεια δεν πρέπει να μιλούμε ή χειρότερα ακόμη να προσπαθούμε εμείς να κάνουμε κάτι ή να δώσουμε μια απάντηση. Είναι στιγμές που ο Κύριος επιτρέπει επειδή θέλει να μας δείξει ή να μας προοδεύσει λίγο περισσότερο στην γνώση Του. Να μάθουμε να Τον εμπιστευόμαστε περισσότερο στο μέσο της ταλαιπωρίας και της δοκιμασίας μας διότι αυτός γνωρίζει. Ας θυμηθούμε τη ‘σιγή’ Του που έστειλε σαν απάντηση στις αδελφές του Λάζαρου όταν Τον αναζήτησαν για να τις επισκεφτεί. Πόση δόξα ακολούθησε στη συνέχεια μέσα στο μεγαλείο του Θεού!

Κατά δεύτερο λόγο συνεχίζει κάνοντας την ίδια ερώτηση τώρα σχετικά με τη δική του ψυχή. Δεν είναι μόνο ότι φαίνεται να τον εγκατέλειψε ο Κύριος αλλά και η ψυχή του βρίσκεται σε ατέλειωτες, συνεχείς σκέψεις που τον συνοδεύουν με οδύνη στην καρδιά του. Και πόσο συχνά ο εχθρός της ψυχής μας παρευρίσκεται σε τέτοιους καιρούς για να εντείνει ακόμη πιο πολύ την οδύνη μας με ανόητες σκέψεις και συλλογισμούς και  συκοφαντίες εναντίον του Θεού: Πού είναι ο Θεός σου τώρα, πώς ακόμη Τον εμπιστεύεσαι; Δες που σε άφησε μόνο, χωρίς καμιά απάντηση, καμιά παρηγορία, κανένα λόγο από μέρους Του. Προσπαθεί να μας αποπλανήσει από την πίστη μας στον Θεό. Υψώνεται σαν νικητής ενώ είναι ηττημένος. Συμπεριφέρεται ως να είμαστε δούλοι και υπηρέτες του. Πόσες σκέψεις αρχίζουν να γεμίζουν και να ταράζουν την εσωτερική μας ψυχική γαλήνη και μας γεμίζουν με μέριμνες και φόβους; Μέχρι πότε θα έχω σκέψεις και διαλογισμούς στην ψυχή μου που ακόμη γεμίζουν την καρδιά μου με οδύνες;

.. Μέχρι πότε θα υψώνεται επάνω μου ο εχθρός μου; μήπως πει: Υπερίσχυσα εναντίον του, και αυτοί που με θλίβουν υπερχαρούν, αν σαλευτώ.

Κι αφού ο Δαβίδ βασανίστηκε μέσα σε όλα αυτά τα ερωτήματα απευθύνεται για μια ακόμη φορά στον Κύριο σε προσευχή: επίβλεψε, εισάκουσέ με, Κύριε, Θεέ μου, φώτισε τα μάτια μου, μήπως κοιμηθώ τον ύπνο του θανάτου.

Εδώ είναι που όλοι μας καταλήγουμε στο τέλος προς δόξα του Κυρίου. Επίβλεψε σ’ αυτήν την κατάσταση, εισάκουσέ με Κύριε, κάμε με να δω το τέλος της δοκιμασίας, να δω Εκείνον που δεν είναι μόνο η αρχή αλλά και το τέλος, πέραν του θανάτου. Να δω με τα μάτια της πίστης Εσένα τον Κύριο της ζωής μου, Αυτόν που με βλέπει και με φυλάει σαν κόρη οφθαλμού. Δεν θα υπερισχύσει ο εχθρός μου ούτε καμιά εχθρότητα ή εναντίωση. Ο Κύριος μου που διαπέρασε τον θάνατο με νίκη, που νίκησε κάθε μου εχθρό και θριάμβευσε για μένα, Αυτός που με κάλεσε σ’ αυτό το μέρος, θα δοξαστεί μέσα μου και το Όνομά Του θα λάβει κάθε τιμή.

Μέσα από την δοκιμασία των περιστάσεων της θλίψης και τα πολλά ‘γιατί’ ο Δαβίδ προσεγγίζει τον Κύριο υπέρ του ονόματος του Οποίου στέκεται και για την δόξα του Οποίου ζει. Κι Εκείνος πλησιάζει τον υπηρέτη Του του οποίου η καρδιά αρχίζει να αγάλλεται και να χαίρεται, όχι γιατί ήδη πέρασε τη δοκιμασία του, αλλά μάλλον γιατί αρχίζει να ξαναβλέπει τον Κύριο του και να γεμίζει με τη χαρά της πίστης, με τη νίκη της πίστης και την ελπίδα της σωτηρίας.

Ω! η ελπίδα και το έλεος του Θεού! Πόση ευλογία και ανακούφιση. Ξέρω ότι είσαι ελεήμων Θεέ μου, ξέρω ότι πάντοτε επέδειχνες τον εαυτό Σου σε μένα και ξέρω ότι δεν θα με αφήσεις ούτε θα με εγκαταλείψεις επειδή κοιτάζεις στην ψυχή μου με έλεος. Το έλεος Σου μένει στον αιώνα. Τώρα θα ελπίσω επειδή σε ξέρω Κύριε. Ελεήμονας είσαι και οικτίρμονας απέναντί μου. Στρέφομαι με πίστη σε σένα και η ελπίδα μου είναι ζωντανή.

Ο πόλεμος και η διαμάχη δεν είναι πρωτίστως προς στις περιστάσεις και συνθήκες που αντιμετωπίζουμε στη ζωή, αλλά διεξάγεται στη διάνοιά μας με σκοπό να αυξηθεί η πίστη μας. Μέσα στη διάνοιά μας είναι που καθαιρούνται όλα τα οχυρώματα και οι διαλογισμοί του εχθρού. Μέσα από την δοκιμασία που περνά η πίστη μας φθάνουμε σε περισσότερη γνώση του Κυρίου και η καρδιά μας γεμίζει με χαρά και αγάλλεται στη σωτηρία Του. Η καρδιά μου θα αγάλλεται στη σωτηρία σου. Θα ψάλλω στον Κύριο, επειδή με αντάμειψε.

Σώτος Φωτιάδης

Ψαλμός 13